Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς που τα είχε όλα, δεν του έλειπε τίποτα. Παρόλα αυτά ο βασιλιάς αρρώστησε κι έπαθε ανορεξία. Τον επισκέφτηκαν οι καλύτεροι γιατροί αλλά δεν μπόρεσαν να τον κάνουν καλά.
Μια μέρα στο παλάτι έφτασε ένας σοφός γέροντας ο οποίος τον ρώτησε γιατί είναι δυστυχισμένος, αν του λείπει κάτι. Ο βασιλιάς είπε ότι έχει τα πάντα μέχρι και του πουλιού το γάλα. Ο γέροντας τότε είπε στο βασιλιά να πει σε όλους τους μάγειρες να του φτιάξουν ψωμί και ότι όταν θα φάει το πιο γλυκό, θα γίνει καλά. Πράγματι οι μάγειρες του έφτιαξαν διάφορα ψωμιά αλλά ο βασιλιάς δεν θεραπεύτηκε.
Μετά από λίγο καιρό ο γέροντας πέρασε ξανά από το παλάτι για να δει το βασιλιά και εκείνος θυμωμένος, γιατί δεν είχε γιατρευτεί, τον απείλησε ότι θα του πάρει το κεφάλι. Ο γέροντας απάντησε ότι μπορεί να γίνει καλά αν τον ακολουθήσει για τρεις ολόκληρες ημέρες. Ο βασιλιάς δέχτηκε αλλά του τόνισε ότι αν δεν γίνει καλά θα τον αποκεφαλίσει.
Ο γέροντας συμφώνησε και οι δυο τους πήγαν σε ένα κτήμα...
Την πρώτη μέρα θέρισαν τα χωράφια και έκαναν τα στάχυα δεμάτια. Ο βασιλιάς κουρασμένος κοιμήθηκε νηστικός.
Την δεύτερη μετέφεραν τα στάχυα στον μύλο και τα άλεσαν. Στην συνέχεια συσκεύασαν το αλεύρι σε σακιά. Ο βασιλιάς και πάλι κοιμήθηκε νηστικός αποκαμωμένος από την κούραση.
Την τρίτη μέρα ζύμωσαν ψωμί με το αλεύρι που είχαν φτιάξει και το έψησαν. Όταν τελείωσαν ο βασιλιάς ορεξάτος έφαγε από το ψωμί και είπε ότι ήταν το πιο "γλυκό" ψωμί που είχε φάει ποτέ.
Ο γέροντας του απάντησε ότι ήταν το πιο νόστιμο ψωμί γιατί το είχε φτιάξει με τον ιδρώτα του.
Ένα νεαρό και επιτυχημένο στέλεχος εταιρείας, οδηγούσε το νέο του αυτοκίνητο κάπως γρήγορα σε μία κακόφημη γειτονιά. Πρόσεχε μην τυχόν κανένα παιδάκι ξεπροβάλει απότομα ανάμεσα από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Κάποια στιγμή πιστεύοντας πως είδε κάτι να κινείται επιβράδυνε, αντί όμως να εμφανιστεί κάποιο παιδάκι, ένα τούβλο χτύπησε με δύναμη την πλαϊνή πόρτα του αυτοκινήτου. Φρέναρε απότομα και κάνοντας όπισθεν κατευθύνθηκε στο σημείο από όπου το τούβλο είχε ριχτεί.
Φανερά θυμωμένος πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητό του, κι έπιασε ένα παιδί που βρήκε κοντά του, το έσπρωξε και το ακούμπησε με την πλάτη σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, φωνάζοντας:
- Γιατί το έκανες αυτό και ποιος είσαι; Τι νομίζεις ότι κάνεις; Αυτό είναι ένα καινούριο αυτοκίνητο και το τούβλο που πέταξες του έκανε μια πολύ ακριβή ζημιά! Γιατί το έκανες;
Το νεαρό αγόρι απολογητικά του είπε:
- Σας παρακαλώ κύριε, σας παρακαλώ, ζητώ συγνώμη, αλλά δεν ήξερα τι άλλο να κάνω! Πέταξα το τούβλο γιατί κανένας δεν σταματούσε.
Με δάκρυα να κυλάνε στο πρόσωπό του και στο σαγόνι του, το αγοράκι έδειξε πίσω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο.
- Είναι ο αδερφός μου, είπε. Το αναπηρικό του καροτσάκι αναποδογύρισε στο πεζοδρόμιο, έπεσε κι εγώ δεν μπορώ να τον σηκώσω. Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να με βοηθήσετε να τον βάλουμε πίσω στο αναπηρικό του καροτσάκι; Είναι πολύ βαρύς για να τον σηκώσω μόνος μου.
Ο οδηγός εμβρόντητος, προσπάθησε να συνέλθει, σήκωσε γρήγορα το ανάπηρο αγόρι και το έβαλε στο καρότσι, έπειτα πήρε ένα χαρτομάντιλο και το περιποιήθηκε πρόχειρα. Με μια ματιά που του έριξε κατάλαβε πως δεν είχε πάθει κάτι σοβαρό και όλα θα πήγαιναν καλά.
Ένα ποντικάκι κάποτε παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. «Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο;», αναρωτήθηκε. Όταν, όμως, οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, διαπιστώνοντας πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα! Τρέχει γρήγορα, λοιπόν, στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο: «Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!»
Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε: «Κυρ ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για εσάς. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε εμένα! Δε με ενοχλεί καθόλου η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!» Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε: «Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε: «Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω». Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και του φώναξε, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου: «Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ...
Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο. Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι παραλίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε.
Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ...
Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε:
-Όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο, και τώρα έγραψες πάνω στην πέτρα. Γιατί;
Ο άλλος φίλος απάντησε:
-Όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο, όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει.
Μάθε να γράφεις τα τραύματα σου στην άμμο
και να χαράζεις τις χαρές σου στην πέτρα...
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...