- Δεν μπορώ του είπα. Δεν μπορώ!
- Σίγουρα; με ρώτησε αυτός.
- Ναι. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να σταθώ μπροστά της και να της πω τι νιώθω... Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ!!!
Ο Χόρχε κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ΄ εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του χαμογέλασε, με κοίταξε στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε:
- Να σου πω μια ιστορία... Και χωρίς να περιμένει να συμφωνήσω, ο Χόρχε άρχισε να αφηγείται:
«Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του...
Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του. Ωστόσο, το ξύλο ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος.
Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει. Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει;
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μικρή κόκκινη κλώσα, που σκάλιζε το χώμα στη φάρμα που ζούσε, μέχρι που ανακάλυψε μερικούς σπόρους σιταριού. Φώναξε τότε τους γείτονές της και τους είπε:- Αν φυτέψουμε αυτούς τους σπόρους, θα μπορέσουμε να έχουμε ψωμί να φάμε. Ποιος θα με βοηθήσει στο όργωμα και στο φύτεμα; Ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσα.
- Όχι εγώ, είπε η αγελάδα, τέλειωσε το ωράριο μου.
- Όχι εγώ, είπε η πάπια, σήμερα έχω ημιαργία.
- Όχι εγώ, είπε το γουρούνι, έχω πάρει άδεια αιμοδοσίας.
- Όχι εγώ, είπε η χήνα, ψάχνω για δουλειά.
- Θα το κάνω τότε μόνη μου, είπε η μικρή κόκκινη κλώσα. Κι έτσι κι έκανε. Όργωσε το χωράφι, φύτεψε τους σπόρους, πότισε το χωράφι, το σιτάρι ψήλωσε κι ωρίμασε, που έγινε ψηλό και ολόχρυσο.
- Ποιος θα με βοηθήσει να θερίσω το σιτάρι; Ρώτησε τότε η μικρή κόκκινη κλώσα.
- Όχι εγώ, είπε η πάπια, σήμερα κάνω στάση εργασίας.
- Όχι εγώ, είναι εκτός της ειδικότητας μου, είπε το γουρούνι.
- Όχι εγώ, θα χάσω την αρχαιότητά μου, είπε η αγελάδα.
- Όχι εγώ, θα χάσω το επίδομα ανεργίας, είπε η χήνα.
Μια μέρα εμφανίστηκε σε ένα χωριό ένας άνδρας με γραβάτα, ανέβηκε σε ένα παγκάκι και φώναξε σε όλο τον τοπικό πληθυσμό ότι θα αγόραζε όλα τα γαϊδούρια που θα του πήγαιναν, έναντι 100 ευρώ και μάλιστα μετρητά. Οι ντόπιοι το βρήκαν λίγο περίεργο, αλλά η τιμή ήταν πολύ καλή και όσοι προχώρησαν στην πώληση γύρισαν σπίτι με το τσαντάκι γεμάτο και το χαμόγελο στα χείλη.
Ο άνδρας με τη γραβάτα επέστρεψε την επόμενη μέρα και πρόσφερε 150 ευρώ για κάθε απούλητο γάιδαρο, κι έτσι οι περισσότεροι κάτοικοι πούλησαν τα ζώα τους. Τις επόμενες ημέρες προσέφερε 300 ευρώ για όσα ελάχιστα ζώα ήταν ακόμα απούλητα με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι
αμετανόητοι να πουλήσουν τα γαϊδούρια τους.
Όταν συνειδητοποίησε ότι στο χωριό δεν έμεινε πια ούτε ένας γάιδαρος, ανακοίνωσε σε όλους ότι θα επέστρεφε μετά από μια εβδομάδα για να αγοράσει οποιοδήποτε γάιδαρο έβρισκε έναντι 500 ευρώ και αποχώρησε.
Την επόμενη μέρα ανέθεσε στον συνέταιρό του το κοπάδι των γαϊδουριών που είχε αγοράσει και τον έστειλε στο ίδιο χωριό με εντολή να τα πουλήσει όλα στην τιμή των 400 ευρώ το ένα.
Οι κάτοικοι βλέποντας την δυνατότητα να κερδίσουν 100 ευρώ την επόμενη εβδομάδα, αγόρασαν ξανά τα ζώα τους 4 φορές πιο ακριβά από ότι τα είχανε πουλήσει, και για να το κάνουν αυτό, αναγκάστηκαν να ζητήσουν δάνειο από την τοπική τράπεζα.
Ήταν κάποτε ένας γιατρός. Μια μέρα φεύγοντας από την πόλη που έμενε για να πάει σε μια άλλη γειτονική όπου είχε δουλειά, συνάντησε την πανούκλα που έμπαινε. Σταμάτησε και την ρώτησε: «Πάλι εδώ; Τι ήρθες να κάνεις;»
Και η πανούκλα απάντησε: «Είναι η σειρά μου».
«Πόσους θα πάρεις αυτή τη φορά;» ρώτησε ο γιατρός.
«Λίγους, γύρω στους χίλιους», απάντησε η πανούκλα.
Μετά από μια εβδομάδα ο γιατρός (έχοντας ενημερωθεί εν τω μεταξύ για την κατάσταση στην πόλη του) επέστρεψε, και στην είσοδο της πόλης αντάμωσε την πανούκλα που έφευγε
«Μου είπες ψέματα», της είπε. «Είχες πει ότι θα πάρεις κάπου χίλιους και τελικά πέθαναν πέντε χιλιάδες».
Κι εκείνη απάντησε: «Δεν είπα ψέματα. Εγώ πήρα χίλιους. Τους υπόλοιπους τους σκότωσε το άγχος και ο φόβος».
Το άγχος και ο φόβος είναι περισσότερο θανατηφόρα από την πανούκλα που βιώνουμε.
Τις περισσότερες φορές ο φόβος μήπως συμβεί το χειρότερο είναι χειρότερος από το να συμβεί το χειρότερο
Στη ζωή μας βιώνουμε εκατομμύρια καταστροφές από τις οποίες η συντριπτική πλειοψηφία δεν συμβαίνει ποτέ. Τις βιώνουμε μόνο στο μυαλό μας.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...