Σε ένα απόμακρο ορεινό χωριό, πέθανε ο αρχηγός του χωριού και η αρχηγία πέρασε στο γιο του. Ως τότε, οι άνθρωποι είχαν ζήσει πολλά χρόνια κάτω από τον έλεγχο μιας πελώριας σκιάς πάνω από το χωριό. Όποτε επιχειρούσε κάποιος να ελευθερωθεί, αυτή η μεγάλη σκιά εμφανιζόταν με βροντερή φωνή που αντηχούσε σε όλο το βουνό. Οι χωρικοί πάντοτε υποχωρούσαν στη θέα αυτής της σκοτεινής εικόνας.
Ο νεαρός, που ήταν τώρα αρχηγός, συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει η ώρα να αντιμετωπίσει αυτό το τέρας. Βγήκε έξω με μια ομάδα χωρικών και, μόλις εμφανίστηκαν στην άκρη του χωριού, παρουσιάστηκε η τεράστια σκιά. Αυτοί οπισθοχώρησαν τρομαγμένοι.
Ο νεαρός παρατήρησε πως η σκιά έγινε μεγαλύτερη και η φωνή δυνατότερη καθώς υποχωρούσαν. Σταμάτησε και τότε έκανε ένα γενναίο βήμα προς το μέρος της σκιάς.
Φάνηκε να γίνεται ελαφρά μικρότερη. Έκανε ακόμα ένα βήμα, και η άποψή του επιβεβαιώθηκε: η σκιά έγινε μικρότερη και η φωνή λιγότερο ισχυρή.
Συνέχισε να κινείται προς αυτή, μέχρι που στα πόδια του βρισκόταν η πηγή της σκιάς. Σήκωσε αυτό το μικρό εφήμερο αντικείμενο στο χέρι του και ρώτησε:
- Ποιος είσαι;
- Ο Φόβος, ήταν η αδύναμη, ανίσχυρη απάντηση.
Ο νέος έκλεισε το χέρι του κι ο Φόβος εξαφανίστηκε ολότελα...
Μόλις είχε τελειώσει μια δύσκολη μέρα για τον ξυλουργό που είχαμε προσλάβει για της ανακαίνιση ενός παλιού σπιτιού στο χωριό. Όλα του είχαν πάει στραβά εκείνη την ημέρα.
Το πρωί είχε μείνει από μπαταρία το αυτοκίνητο του οπότε καθυστέρησε να έρθει, στη συνέχεια χάλασε το ηλεκτρικό πριόνι, και στο τέλος της ημέρας διαπίστωσε ότι είχε ξεφουσκώσει το λάστιχο του αυτοκινήτου. Προσφέρθηκα να τον πάω σπίτι του.
Σε όλη τη διάρκεια του δρόμου, ήταν σιωπηλός. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του, με προσκάλεσε να τον συνοδέψω για να με γνωρίσει στην οικογένεια του. Καθώς περπατούσαμε προς την είσοδο του σπιτιού, σταμάτησε για λίγα λεπτά μπροστά από ένα μικρό δέντρο, αγγίζοντας στο τέλος τις άκρες των κλαδιών με τα δύο του χέρια.
Μεμιάς, η διάθεση του άλλαξε. Μπήκε στο σπίτι χαμογελαστός, τον υποδέχθηκαν η γυναίκα και τα παιδιά του, τους φίλησε και τους αγκάλιασε με θέρμη.
Βγήκαμε στο μπαλκόνι να πιούμε ένα ποτό. Μην μπορώντας να συγκρατήσω την περιέργεια μου, τον ρώτησα γιατί είχε σταματήσει μπροστά από το δέντρο.

Εκείνη τη νύχτα, η Sue μάλωσε με τη μητέρα της και έφυγε από το σπίτι. Ενώ περιπλανιόταν στους δρόμους, θυμήθηκε ότι δεν είχε καθόλου χρήματα στην τσέπη της, ούτε ένα κέρμα για να τηλεφωνήσει στο σπίτι της.
Περνώντας από ένα κατάστημα που πουλούσε μαγειρεμένα νούντλς, μύρισε το ωραίο άρωμα τους και αμέσως συνειδητοποίησε ότι πεινούσε πολύ. Λαχτάρησε ένα μπολ με χυλοπίτες, αλλά δεν είχε χρήματα!
Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος την είδε να στέκεται παραπέρα, χλωμή από την πείνα, και την ρώτησε:
- Γεια σου κοριτσάκι, θα ήθελες να φας ένα μπολ με νούντλς;
- Ναι... αλλά δεν έχω χρήματα... απάντησε εκείνη ντροπαλά.
- Εντάξει, θα σε κεράσω - είπε ο άνθρωπος - έλα μέσα, θα σου μαγειρέψω ένα μπολ.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο ιδιοκτήτης της έφερε ένα μπολ με ζεστά νούντλς. Αφού έφαγε μερικές μπουκιές, η Sue άρχισε να κλαίει.
- Τι έγινε; - ρώτησε ο ιδιοκτήτης.
- Τίποτα. Απλά συγκινήθηκα από την καλοσύνη σας! - είπε η Sue ενώ σκούπιζε τα δάκρυά της. Ακόμα και ένας ξένος που συνάντησα τυχαία, μου δίνει ένα μπολ με νούντλς, ενώ η μητέρα μου, μετά από τον καυγά που είχαμε, με ανάγκασε να φύγω από το σπίτι. Είναι πολύ κακιά!
Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι' αυτό και τεντωνόταν αδιάκοπα στις μύτες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτή τη γυμναστική, για μέρες μετά την πόναγε ανυπόφορα η μέση της.
Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ' υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης: "Δεν γνωρίζετε τι χάνετε αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμα πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια".
Η αγριάδα αν και δεν ήξερε ούτε που βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν από τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τα ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμα πιο μακρινή, ακόμα πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγανε ρούμπα. Βέβαια όταν ξύπναγε το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντας την να μην βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...