Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν βγάζει τελάληδες και λέει στους υπηκόους του:
- Όποιος μου βρει και μου φέρει τον Χιζίρη θα του κάνω ό,τι μου ζητήσει. Αν όμως με κοροϊδέψει τον περιμένει βαριά τιμωρία.
Ποιος μπορούσε όμως να βρει τον Χιζίρη; Γιατί ο Χιζίρης κατέβαινε στον κόσμο μόνο μια φορά το χρόνο στη γιορτή του Χιντρελέζ* και δε φτάνει μόνο αυτό αλλά παρουσιαζόταν μόνο στους καλόψυχους ανθρώπους. Κι όποιος έβλεπε μπροστά του τον Χιζίρη του ζητούσε ό,τι επιθυμούσε κι αυτός το εκτελούσε αμέσως.
Πώς ήταν τώρα δυνατό να βρούνε τον Χαζίρη μόνο και μόνο επειδή το θέλησε ο βασιλιάς;
Ένας από τους υπηκόους του βασιλιά, με μεγάλη οικογένεια ζούσε πολύ φτωχικά. Μόλις και τα φέρνανε βόλτα. Πολλές βραδιές πέφτανε νηστικοί στο κρεβάτι. Σαν άκουσε την επιθυμία του βασιλιά λέει στη γυναίκα του:
- Έτσι κι αλλιώς όλοι εδώ θα πεθάνουμε της πείνας. Θα πάω στο βασιλιά και θα του πω ότι μπορώ να βρω τον Χιζίρη. Θα του ζητήσω 40 μέρες καιρό και πολλά λεφτά που θα φτάσουν για να ζήσετε καλά για όλη τη ζωή σας. Ύστερα από 40 μέρες και να με κρεμάσει ο βασιλιάς και να με κάψει, το ίδιο μου κάνει. Φτάνει που θα έχεις γλιτώσει εσύ και τα παιδιά από την πείνα.
Η γυναίκα του φτωχού αγρότη που τον αγαπούσε πολύ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη. Του κάκου όμως. Ο άντρας της είχε πάρει την απόφασή του.
Πηγαίνει λοιπόν στο βασιλιά και του λέει:
- Βασιλιά μου εγώ θα σου βρω τον Χιζίρη και θα τον φέρω εδώ μπροστά σου. Αλλά χρειάζομαι γι' αυτό 40 μέρες και αρκετά λεφτά για την οικογένειά μου.
Ο βασιλιάς έδωσε διαταγές στους ανθρώπους του. Κι ο καλός μας άνθρωπος πήρε την προθεσμία και τα χρήματα και έτρεξε να αγοράσει προμήθειες για 40 μέρες και όλα τα χρειαζούμενα για το σπίτι του.
Στις 40 μέρες πάνω ο βασιλιάς τον φωνάζει στο παλάτι.
Μια φορά και έναν καιρό,ήταν ένας σπουδαίος άρχοντας. Έψαχνε έναν έμπιστο και αφοσιωμένο σύμβουλο, γιατί δεν μπορούσε να τελειώσει μόνος του όλες τις δουλειές, ούτε να κρίνει σωστά και δίκαια όλους τους ανθρώπους.

Φώναξε, λοιπόν, μπροστά του πέντε από τους πιο καλούς και έμπιστους ανθρώπους του όπως νόμιζε και θέλησε να ξεχωρίσει τον πιο έμπιστο. Άνοιξε μια χρυσή θήκη και έβγαλε από μέσα πέντε πελώρια αστραφτερά διαμάντια!
- Λοιπόν, τους είπε. Όποιος από εσάς μου δώσει την πιο πολύτιμη συμβουλή θα πάρει για αμοιβή ένα διαμάντι.
- Τι συμβουλή να σου δώσουμε εμείς μεγάλε άρχοντα; Εμείς είμαστε τα σκουλήκια και εσύ είσαι τόσο σπουδαίος, είσαι η ίδια η ζωή και είσαι από μόνος σου θησαυρός με τη δύναμη που έχεις, πετάγεται ο πρώτος και του λέει.
Ευχαριστήθηκε με αυτά τα λόγια ο άρχοντας και του έδωσε το πρώτο διαμάντι!
Ήρθε η σειρά του δεύτερου σύμβουλου που και αυτός με τη σειρά του έπλεξε ωραίο εγκώμιο για τον άρχοντα και έτσι πήρε και αυτός το δεύτερο διαμάντι!
Το ίδιο έκανε και ο τρίτος και ο τέταρτος σύμβουλος του άρχοντα και πήραν και εκείνοι με τη σειρά τους τα διαμάντια!
Το πέμπτο διαμάντι έμενε ακόμα στη θήκη του. Το έβγαλε ο άρχοντας και το κρατούσε στο χέρι του.
- Ήρθε η σειρά σου για να το αποκτήσεις, είπε στον πέμπτο σύμβουλό του.

Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδέ κάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν' έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ' αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά 'ρθει πάλι η μάνα τους με τ' άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.
Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν' ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το 'κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:
- Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι' αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας άντρας που είχε τρεις γιους. Τον μικρότερο τον έλεγαν Χαζούλη και όλοι τον περιφρονούσαν και τον κορόιδευαν. Κάποια μέρα ο μεγαλύτερος γιος ήθελε να πάει στο δάσος για να κόψει ξύλα. Πριν ξεκινήσει η μητέρα του, του έδωσε μια ωραία αυγόπιτα και ένα μπουκάλι με κρασί για να μην πεινάσει και να μην διψάσει. Όταν έφτασε στο δάσος, συνάντησε ένα γέρικο γκρίζο ανθρωπάκι. Το ανθρωπάκι αφού του ευχήθηκε καλημέρα του είπε: «δώσε μου ένα κομμάτι από την αυγόπιτα σου και άσε με να πιω μία γουλιά από το κρασί σου καθώς είμαι πολύ πεινασμένος και διψασμένος!»

Ο έξυπνος γιος όμως απάντησε: «Αν σου δώσω την πίτα μου και το κρασί μου, τότε δεν θα μείνει τίποτα για μένα. Πάρε λοιπόν τον δρόμο σου και μη με καθυστερείς» έτσι άφησε το ανθρωπάκι και προχώρησε. Όταν βρήκε ένα δέντρο κατάλληλο και άρχισε να το κόβει δεν πρόλαβε να συνεχίσει για πολύ. Μετά από λίγα μόνο χτυπήματα στο δέντρο, το τσεκούρι του ξέφυγε και χτύπησε το ίδιο του το χέρι. Έτσι αναγκάστηκε να επιστρέψει σπίτι για να του δέσουν την πληγή. Στην πραγματικότητα όμως τον τραυματισμό του τον προκάλεσε το γκρίζο ανθρωπάκι.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...