Ένα πρωινό, πολύ νωρίς, ένας γάιδαρος παράτησε το αγρόκτημα όπου ζούσε και πήρε το δρόμο για τη γερμανική πόλη Βρέμη. Είχε δουλέψει πάρα πολλά χρόνια, πολύ σκληρά για το αφεντικό του, αλλά τώρα πια είχε γεράσει και είχε κουραστεί. Καταλάβαινε πως ήταν πια άχρηστος στο αγρόκτημα κι αποφάσισε να κερδίσει τη ζωή του δουλεύοντας ως μουσικός στη Δημοτική Ορχήστρα της Βρέμης.

Αφού περπάτησε κάμποση ώρα, ο γάιδαρος είδε ένα γέρικο κυνηγόσκυλο που χασμουριόταν κι αναστέναζε, ξαπλωμένο στην άκρη του δρόμου.
- Τι έχεις φίλε, ρώτησε ο γάιδαρος σταματώντας, γιατί χασμουριέσαι και αναστενάζεις;
- Αχ καλέ μου, αναστέναξε ο σκύλος, είμαι πια πολύ γέρος για να κυνηγάω. Ο κύριός μου με χτυπάει κάθε μέρα κι έτσι κι εγώ το 'σκασα. Το μόνο που μου μένει πια, είναι να ξαπλώσω εδώ και να πεθάνω από την πείνα.
Ο Φεγκ ήταν ένα καλό και αγαθό παλικάρι. Ήταν μάλιστα τόσο καλό , ώστε δεν έλεγε ποτέ όχι σε κανέναν κι έτσι με το να δίνει πρόθυμα τα λεφτά του δανεικά σε όποιον του ζητούσε, έγινε γρήγορα φτωχός. Κανένας από τους οφειλέτες του δεν θυμόταν ποτέ να του πληρώσει τα χρέη. Ο μόνος που δεν τα ξεχνούσε ήταν ένας φτωχός ψαράς, που για να τον αποζημιώσει του έστελνε κάπου κάπου καμιά χελώνα για δώρο.
Μία φορά του έφερε μία πελώρια χελώνα, που είχε πάνω στο κεφάλι της μια παράξενη κηλίδα.
- Ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί τέτοια μεγάλη χελώνα, φώναξε γεμάτος θαυμασμό ο Φεγκ και άφησε το ζώο ελεύθερο...
Πέρασε πολύς καιρός και ο Φεγκ είχε ξεχάσει ολότελα την παράξενη χελώνα που του είχε κάνει δώρο ο φτωχός ψαράς.
Ένα δειλινό, την ώρα που γύριζε σπίτι του ακολουθώντας ένα πολύ στενό μονοπατάκι δίπλα στο ποτάμι, ο Φεγκ είδε ξαφνικά μπροστά του έναν άνθρωπο ψηλό και γεμάτο, ντυμένο με φανταχτερά πλούσια ρούχα. Πίσω του τέσσερις νέοι σκλάβοι προχωρούσαν με μεγάλο σεβασμό. Ο πλουσιοντυμένος άνθρωπος στάθηκε και του φώναξε αυταρχικά:
- Κάνε τόπο να περάσω!
Ο Φεγκ όπως ξέρετε, ήταν πολύ καλός χαρακτήρας. Και δεν καυγάδιζε ποτέ του. Πειράχτηκε όμως πολύ με το ύφος αυτού του άγνωστου ανθρώπου που έδινε διαταγές.
- Δεν σας ξέρω, του αποκρίθηκε κοφτά, αλλά σας δηλώνω ότι δεν πρόκειται να το κουνήσω από την θέση μου.
Κάποιος λοιπόν χλεύαζε μια κουκουβάγια για μερικά από τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, που τη διαφοροποιούν από τα άλλα πουλιά. Απαριθμούσε ένα – ένα από αυτά. Η κουκουβάγια, αντί να τα παραδεχθεί, προσπαθούσε να τα δικαιολογήσει και να τα αντικρούσει με εύστοχο λόγο και λογικοφανή επιχειρήματα.
- Τι μεγάλο κεφάλι που έχεις! Είσαι κεφάλα!
- Του Δία το κεφάλι να δεις τι μεγάλο που είναι, απαντά η κουκουβάγια.
- Τι γαλαζωπά μάτια που έχεις!
- Αυτά τα μάτια μου είναι όπως της γαλαζομάτας Αθηνάς.
- Και η φωνή σου είναι λυπητερή, θλιβερή και στριγγιά, όχι ευχάριστη.
- Η φωνή όμως της καρακάξας είναι πιο άσχημη, ανταπαντά πάλι η κουκουβάγια.
- Πω πω και κάτι ψιλοπόδαρα που έχεις!
- Ναι, έτσι είναι τα δικά μου πόδια, αλλά του ψαρονιού πώς σου φαίνονται;
Ένα δεκάχρονο αγόρι αποφάσισε να μάθει τζούντο, παρόλο που είχε χάσει το αριστερό του χέρι σε ένα μεγάλο αυτοκινητιστικό ατύχημα.
Έτσι, ξεκίνησε μαθήματα με έναν έμπειρο Ιάπωνα δάσκαλο του τζούντο. Το αγόρι τα πήγαινε καλά, όμως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί μετά από τρεις μήνες εκπαίδευσης, ο δάσκαλος του είχε διδάξει μόνο μια κίνηση.
- Δάσκαλε, είπε το αγόρι κάποια στιγμή, πότε θα μου μάθεις περισσότερες κινήσεις;
- Πράγματι αυτή είναι η μόνη κίνηση που έχεις μάθει μέχρι τώρα, αλλά είναι και η μόνη κίνηση που θα σου χρειαστεί να ξέρεις, απάντησε ο δάσκαλος.
Το αγόρι είχε εμπιστοσύνη στο δάσκαλο του, και παρόλο που δεν κατάλαβε τι εννοούσε, συνέχισε να προπονείται εντατικά.
Αρκετούς μήνες αργότερα, ο δάσκαλος πήγε το αγόρι στο πρώτο του τουρνουά.
Ξεκίνησε εντυπωσιακά καλά στους δύο πρώτους αγώνες, νικώντας εύκολα τους αντιπάλους του. Ο τρίτος αγώνας αποδείχθηκε πιο δύσκολος, αλλά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ο αντίπαλός του έχασε την υπομονή του και έκανε το μοιραίο λάθος. Το αγόρι με μία επιδέξια κίνηση κατάφερε να κερδίσει τον αγώνα. Έτσι, έφτασε στον τελικό. Ακόμα και ο ίδιος είχε μείνει έκπληκτος από την επιτυχία του.
Ο αντίπαλός που αντιμετώπιζε στον τελικό ήταν μεγαλύτερος, δυνατότερος και πιο έμπειρος. Το αγόρι φαινόταν να μην μπορεί να τον αντιμετωπίσει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο διαιτητής ζήτησε τάιμ-άουτ εκφράζοντας την ανησυχία του ότι το αγόρι θα μπορούσε να τραυματιστεί άσχημα από τα χτυπήματα. Είχε αποφασίσει να σταματήσει τον αγώνα, όταν παρενέβη ο δάσκαλος .
- Όχι, φώναξε ο δάσκαλος. Αφήστε τον να συνεχίσει!
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...