Πριν από πολλά χρόνια ζούσε ένας αυτοκράτορας που είχε στραμμένη όλη του την προσοχή στο ντύσιμό του. Τόσο πολύ του άρεσε να ντύνεται με ωραία ρούχα, που έδινε όλα τα του τα χρήματα για να αγοράζει καινούρια και να είναι ντυμένος στην εντέλεια. Δεν νοιαζόταν για τους στρατιώτες του, δεν νοιαζόταν για το θέατρο, και δεν του άρεσε να πηγαίνει βόλτα στο δάσος, παρά μόνο να επιδεικνύει τα καινούρια του ρούχα. Είχε μια καινούρια ενδυμασία για κάθε ώρα της ημέρας, και όπως λένε για άλλους βασιλιάδες ότι βρίσκονται στην αίθουσα των συσκέψεων εδώ έλεγαν: «Ο αυτοκράτορας βρίσκεται στο βεστιάριο!»

Στην μεγάλη πόλη στην οποία έμενε, υπήρχε πάντοτε πολύ κίνηση. Κάθε μέρα ερχότανε πολλοί ξένοι και κάποια μέρα ήρθαν, ανάμεσα σε άλλους, και δύο απατεώνες οι οποίοι συστήθηκαν ως πλέκτες. Έλεγαν ότι γνώριζαν πως να χρησιμοποιούν το ομορφότερο υλικό, το οποίο ούτε καν μπορούσε κανείς να φανταστεί. Τα σχέδια και τα χρώματα αυτού του υλικού δεν ήταν μόνο ασυνήθιστα όμορφα, αλλά τα ρούχα τα οποία υφαινόταν από αυτό το υλικό είχαν επίσης μια θαυμαστή ιδιότητα: ήταν αόρατα για οποιονδήποτε δεν ήταν ικανός για το αξίωμα που κατείχε ή ήταν τελείως χαζός.
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας καλαθοποιός με την γυναίκα του, που είχανε επτά γιους αλλά κάθε παιδί που γεννιόταν ήτανε μικρότερο από το προηγούμενο. Όταν γεννήθηκε το μικρότερο δεν ξεπερνούσε κατά πολύ το μέγεθος του ρεβιθιού και όλοι το φώναζαν Κοντορεβιθούλη. Αν και με τον καιρό μεγάλωσε λίγο δεν αναπτύχθηκε πάρα πολύ, ήταν όμως τόσο έξυπνος και τόσο ετοιμόλογος που ξεπερνούσε κατά πολύ τα αδέρφια του.

Οι γονείς τους ωστόσο δεν τα πήγαιναν και τόσο καλά με τα οικονομικά τους, γιατί το να πλέκεις άχυρα και να φτιάχνεις καλάθια δεν είναι τόσο θρεπτικό όσο το να ψήνεις ψωμί ή το να σφάζεις μοσχάρια. Και όταν οι καιροί έγιναν πολύ δύσκολοι, οι γονείς δεν ήξεραν πως να χορτάσουν τα παιδάκια του που αν και μικροσκοπικά είχαν εξαιρετική όρεξη. Έτσι ένα βράδυ πριν πέσουν για ύπνο, οι γονείς συζητούσαν τι θα μπορούσαν να κάνουν για να λύσουν το πρόβλημα τους. Τότε κατέληξαν στην απόφαση να πάρουν τα παιδιά στο δάσος με τις ιτιές, από όπου έκοβαν κλαδιά για φτιάξουν καλάθια και να τα αφήσουν κρυφά εκεί πέρα. Όμως ο Κοντορεβιθούλης που ήταν το μόνο από τα αδέρφια που δεν είχε ακόμη αποκοιμηθεί, τα είχε ακούσει όλα. Πέρασε λοιπόν όλο το βράδυ άυπνος από την στεναχώρια του και σκεφτόταν τι θα έπρεπε να κάνει ώστε να γλιτώσει τον εαυτό του και τα αδέρφια του.
Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία γυναίκα η οποία γέννησε ένα αγοράκι. Όταν γεννήθηκε το μωρό, είχαν προβλέψει ότι θα ήταν πολύ τυχερό και ότι θα παντρευόταν την κόρη του βασιλιά μόλις γίνει δεκατεσσάρων ετών. Όλο το χωριό μιλούσε για το τυχερό παιδί που γεννήθηκε.

Μετά από λίγο καιρό έτυχε να περάσει ο βασιλιάς από το χωριό. Ήταν μεταμφιεσμένος σε χωρικό και ρωτούσε, χωρίς να τον αναγνωρίζει κανείς, για τα νέα του τόπου. Οι κάτοικοι τότε του είπαν πως γεννήθηκε ένα παιδί που όλα τα σημεία έδειχναν ότι ήταν πολύ τυχερό. Μάλιστα είχαν προβλέψει ότι θα παντρευόταν την κόρη του βασιλιά μόλις γίνει δεκατεσσάρων χρονών.
Ο βασιλιάς όμως είχε κακή καρδιά και θύμωσε με το ενδεχόμενο να κάνει γαμπρό το φτωχό χωριατόπουλο. Έτσι πήγε στους φτωχούς γονείς του παιδιού και τους είπε ευγενικά: «...αφήστε μου το παιδί και θα το φροντίσω εγώ όπως πρέπει.» Αρχικά οι γονείς αρνήθηκαν, όταν όμως τους πρόσφερε πολύ χρυσάφι άλλαξαν γνώμη. Σκέφτηκαν ότι η τύχη του παιδιού έστειλε τον ξένο και πως θα ήταν καλύτερα να μεγαλώσει μαζί με κάποιον που διέθετε τόσα πολλά χρήματα. Έτσι τελικά δέχτηκαν και του έδωσαν το παιδί.
Ήταν μία ηλιόλουστη ημέρα. Ένας ραφτάκος καθόταν πλάι στο παράθυρο και έραβε ορεξάτος όταν είδε να περνάει μια χωριάτισσα που πουλούσε μαρμελάδες. Η χωριάτισσα φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Εδώ η καλή η μαρμελάδα, εδώ η καλή η μαρμελάδα».

Ο ραφτάκος λιγουρεύτηκε τη μαρμελάδα και έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο: «Εδώ καλή μου κυρία, εδώ θα απαλλαγείτε από την πραμάτεια σας. Ελάτε ανεβείτε στο φτωχικό μου» φώναξε.
Η χωριάτισσα ανέβηκε τα τρία σκαλοπατάκια προς την πόρτα του ράφτη λαχανιασμένη. Ο ραφτάκος ζήτησε να δει το σύνολο της πραμάτειας και άνοιξε τα καπάκια από όλες τις κατσαρόλες που κουβαλούσε η γυναίκα. Έλεγξε μία προς μία της κατσαρόλες, τις σήκωσε ως την μύτη του, τις μύρισε ώσπου κατέληξε: «Η μαρμελάδα σας μου φαίνεται καλή, βάλτε μου 80 γραμμάρια. Ακόμα και ένα δέκατο του κιλού να μου βάλετε δεν θα με πειράξει καθόλου!»
Η αγρότισσα είχε ελπίσει ότι θα έκανε μια καλή μπάζα. Έτσι έδωσε στον ραφτάκο την μαρμελάδα που ζήτησε, δεν έκρυψε όμως την δυσφορία της και έφυγε μουρμουρίζοντας.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...