Η ιστορία αφορά έναν διάσημο ερευνητή, ο οποίος εξιστόρησε σε έναν αρθρογράφο εφημερίδας, την εμπειρία που είχε όταν ήταν μικρό παιδί. Ουσιαστικά, ο αρθρογράφος απορούσε για το πως ο ερευνητής ήταν τόσο δημιουργικός και τι ήταν αυτό που τον έκανε να είναι τόσο ξεχωριστός από τους άλλους. Ο ερευνητής υποστήριξε ότι κατά την γνώμη του η δημιουργικότητά του οφείλεται σε μια εμπειρία που είχε όταν ήταν μικρό παιδί και στο πως χειρίστηκε η μητέρα του μια ζημιά που έκανε.

Όταν ήταν δύο ετών, θυμάται που κάποια μέρα προσπαθούσε να βγάλει από το ψυγείο ένα μπουκάλι γάλα, όταν του γλίστρησε από τα χέρια του και έπεσε στο πάτωμα. Το γάλα χύθηκε σε όλο το πάτωμα δημιουργώντας μια μεγάλη λίμνη από γάλα και λερώνοντας σχεδόν τα πάντα μέσα στην κουζίνα.
Όταν ήρθε η μητέρα του στην κουζίνα, δεν του έβαλε ούτε τις φωνές, ούτε νευρίασε, ούτε του έκανε κήρυγμα για να είναι πιο προσεκτικός. Αντιθέτως, του είπε:
- Ρόμπερτ, τι εκπληκτικό και όμορφο χάος δημιούργησες εδώ! Σπάνια βλέπω τόσο μεγάλη λίμνη από γάλα. Λοιπόν, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Θα ήθελες να καθίσεις στο πάτωμα και να παίξεις λίγο μέσα στη λίμνη πριν καθαρίσουμε;
Ήτανε μια φορά ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχανε κι ένα γιο. Όσο ήτανε ο βασιλιάς κι βασίλισσα καλοί άνθρωποι, τόσο ήταν ο γιος κακός.

Μέσα στο ίδιο το παλάτι καθότανε και ο βεζίρης του βασιλέα κι είχε κι αυτός ένα γιο. Όσο το βασιλόπουλο ήτανε κακό και άσχημο τόσο το βεζιρόπουλο ήτανε όμορφο και καλό. Εκοίταζε το βασιλόπουλο με τι τρόπο να καταστρέψει το βεζιρόπουλο.
Μια μέρα βγήκε το βεζιρόπουλο με το δάσκαλό του στο κυνήγι. Εκεί που πήγαινε, βλέπει χάμω ένα πολύ όμορφο φτερό, χρυσό· λέει του δασκάλου του.
- Ναν το πάρω το φτερό, δάσκαλε, που 'ναι τόσο όμορφο;
- Τι να σου πω, παιδί μου! αν το πάρεις θα μετανοήσεις, κι αν δεν το πάρεις πάλι θα μετανοήσεις.
- Ε, λέει το παιδί· ας το πάρω κι ας μετανοήσω, αφού είναι τόσο όμορφο.
Εκατέβηκε από τ' άλογό του, το πήρε και το 'βανε στο κεφάλι του. Το βασιλόπουλο ήτανε ανεβασμένο στο παλάτι ψηλά απάνω στο κιόσκι, κι είχε κιάλια και κοίταζε κατά τα βουνά. Έτυχε να πέσουν τα κιάλια του σ' ένα πράμα που έλαμπε στον ήλιο σαν διαμαντικό... δεν ήξερε κι εκείνος τι να 'ναι· κοιτάζει καλύτερα και βλέπει το βεζιρόπουλο, που είχε στο κεφάλι του ένα χρυσό τζελέγκι* σαν ένα μεγάλο φτερό.
Μια φορά, ένας μαθητής ρώτησε τον δάσκαλό του: Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που αντιμετωπίζουν πολύ εύκολα προβλήματα τα οποία είναι ιδιαίτερα περίπλοκα, ενώ άλλοι άνθρωποι με την παραμικρή δυσκολία πνίγονται σε μια κουταλιά νερό;
Έτσι, ο δάσκαλος τον κοίταξε χαμογελαστά και του είπε μια ιστορία...
Κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος ο οποίος ήταν πολύ φωτεινός και καθ' όλη την διάρκεια της ζωής του, συμπεριφερόταν στους γύρω του με πολύ αγάπη. Όταν πέθανε λοιπόν όλος ο κόσμος έλεγε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να πάει κάπου αλλού εκτός από τον παράδεισο. Ο ίδιος όμως δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για το που θα πάει, αλλά επειδή όλοι έλεγαν ότι θα πήγαινε στον Παράδεισο, κατευθύνθηκε προς τα εκεί.
Εκείνη την εποχή όμως, έκαναν στον Παράδεισο μια μεγάλη ανακαίνιση, οπότε τα πράγματα δεν λειτουργούσαν σωστά. Ένα από αυτά που δεν λειτουργούσε σωστά ήταν και η ρεσεψιόν. Η κοπέλα λοιπόν που είχε μείνει στην ρεσεψιόν τα είχε χαμένα, και έτσι έριξε μια βιαστική ματιά στις αιτήσεις και για κάποιον λόγο δεν βρήκε το όνομα του ανθρώπου αυτού. Γι αυτόν τον λόγο τον προέτρεψε να κατευθυνθεί προς την κόλαση.
Και στην κόλαση, ξέρετε πως είναι. Δεν έχει είσοδο, δεν έχει υποδοχή όποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει, όλα χύμα με λίγα λόγια.
Ο άνθρωπος λοιπόν μπήκε ήρεμος στην κόλαση, βρήκε μια γωνιά και κάθισε.

Μια φορά ήταν ένας σακοράφος και ύφαινε τα τσουβάλια του και τραγουδούσε κι έλεγε:
– Μοναχός μου το τάπωσα.
Μέρα νύχτα αυτό το τραγούδι έλεγε.
Μια μέρα πέρασε ο βασιλιάς και τον ακούει και τραγουδεί και λέει:
– Μοναχός μου το τάπωσα.
Και πάλι αυτό και πάλι αυτό. Πέρασε τη νύχτα πάλι κι έκανε νυχτέρι κι έλεγε πάλι αυτό το τραγούδι:
– Μοναχός μου το τάπωσα.
Μπήκε ο βασιλιάς μέσα στ' αργαστήρι του. Άμα τον είδε ο σακοράφος, άφησε τη δουλειά του και σηκώθηκε κι έβγαλε το φέσι του και σταύρωσε τα χέρια του. Και του λέει ο βασιλιάς:
– Θα σε ρωτήσω ένα πράμα, μάστορη, αλλά την αλήθεια να μου πεις.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...