Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που ήταν πολύ λυπημένος γιατί δεν είχε παιδιά. Σαν απελπίστηκε, πήγε σε ένα μακρινό δάσος για να ανταμώσει τρεις νεράιδες, που έμεναν εκεί και να τους πει τον πόνο του. Οι νεράιδες τον λυπήθηκαν και του έταξαν πως σε ένα χρόνο και μια μέρα, θα είχε τον διάδοχο. Και σε ένα χρόνο και μια μέρα, ούτε πάνω ούτε κάτω, η βασίλισσα γέννησε παιδί.
Την άλλη νύχτα από την γέννησή του, οι τρεις νεράιδες φάνηκαν μπροστά στην κούνια του, για να του κάνουν τα πεσκέσια τους. Η πρώτη νεράιδα είπε:
- Θα είσαι το πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου.
Η δεύτερη είπε:
- Θα είσαι τίμιος και σοφός.
Η τρίτη νεράιδα, σαν άκουσε να του τάζουν τόσα όμορφα χαρίσματα, συλλογίστηκε λίγο και είπε:
- Μα θα έχεις και γαϊδουρινά αυτιά, για να μην γίνεις ποτέ περήφανος.
Οι τρεις νεράιδες έκαναν τα πεσκέσια τους και χάθηκαν. Κι ό,τι του έταξαν έγινε στην ακρίβεια. Το βασιλόπουλο μεγάλωνε σα δέντρο κι ομόρφαινε και γινόταν τίμιο και μυαλωμένο, αλλά τον ίδιο καιρό μεγάλωναν και τα αυτιά του.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είχαν φρίξει. Ποιός είχε ακούσει ποτέ για βασιλόπουλο με γαϊδουρινά αυτιά; Πώς μπορούσε να περιμένει σεβασμό και αγάπη από τους υπηκόους του, αν το έπαιρναν χαμπάρι;
Κι έτσι έκρυβαν τα αυτιά του βασιλόπουλου, που φορούσε πάντα ένα ειδικό κασκέτο. Κατάφεραν λοιπόν, να κρατήσουν το μυστικό για το φοβερό ελάττωμα του βασιλόπουλου και κανένας ποτέ δεν έμαθε τίποτα. Όλοι πίστευαν πως ήταν το πιο όμορφο και πιο μυαλωμένο βασιλόπουλο του κόσμου και περίμεναν πώς και πώς, πότε να έρθει η μέρα για να γίνει βασιλιάς.
Μια φορά ένας γλάρος πήγε μπροστά στη θάλασσα κι είπε στα ψάρια:
- Καλά μου ψάρια, ξέρετε τι σας μέλλεται;
- Όχι, δεν ξέρουμε!
- Nα, εγώ γυρίζω στα σύγνεφα και βλέπω πως σε λίγες μέρες θα ξεραθεί τούτη η θάλασσα, που βρίσκεστε μέσα, και θα ψοφήσετε. Αν θέλετε λοιπόν, να μ' αφήσετε να σας γλιτώσω. Θα σας παίρνω λίγα λίγα στο στόμα μου και θα σας κουβαλώ σε μια θάλασσα, που δε θα στερέψει.
Τα ψάρια το πίστεψαν, και δέχτηκαν να τα πάρει ο γλάρος. Εκείνος όμως ήθελε να τα τρώει, και παίρνοντας λίγα λίγα στο στόμα του, τα πήγαινε σ' ένα μέρος στη στεριά και τα έτρωγε· ώσπου τα έφαγε όλα. Τελευταίος έμεινε ένας κάβουρας που κατάλαβε τι κάνει ο γλάρος.
- Μη με βάνεις, του λέει, στο στόμα σου, γιατί εγώ με τις δαγκανάρες μου μπορώ να πιαστώ από το λαιμό σου.
Ο γλάρος δέχτηκε και ξεκινήσανε. O κάβουρας τον παρατηρούσε· όσο πετούσαν ίσια προς την άλλη θάλασσα, δεν έκανε τίποτα, όταν όμως έβλεπε πως ο γλάρος θέλει να στρίψει προς τη στεριά, τον έσφιγγε στο λαιμό με τις δαγκάνες του, και του έλεγε:
- Ίσια να πηγαίνεις, καλέ μου γλάρε. Έτσι τον ανάγκασε να τον πάει πάλι στη θάλασσα, αλλά την τελευταία στιγμή του έδωσε μια με τις δαγκάνες του και τον έπνιξε, για να του πληρώσει το κακό που έκαμε στα ψάρια.
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας άνθρωπος που είχε έναν υπηρέτη. Ότι του έλεγε έκαμνε, ήταν έμπιστος πολλά. Ο άνθρωπος όμως τούτος, ο άρχοντας, δεν έκαμνε παιδί. Έκαμνε τάματα στους αγίους, έκαμνε ελεημοσύνες, πολλά καλά, βοηθούσε τα ορφανά, τες χήρες, του γέρους...
Ήταν ένας ποταμός κοντά στο χωριό τους. Άμα έβρεχε, κατέβαινε ο ποταμός, ορμητικός, πλατύς, και δεν μπορούσαν οι ανθρώποι να τον περάσουν, περίμεναν μέχρι να ησυχάσει και μετά. Λέει ο άνθρωπος μέσα του:
- Θα κτίσω κι ένα γιοφύρι να περνούν τα πλάσματα, να πηγαίνουν στη δουλειά τους και ίσως μου πέμψει ο Θεός ένα παιδί.
Πράγματι, έκτισε ένα μεγάλο γιοφύρι, ώσπου να χειμωνιάσει, ήταν τελειωμένο. Ότις κι ετελέψαν το κτίσιμο, λέγει στον υπηρέτη, τον μισθωτό του:
- Να πας να μπεις κάτω από το γιοφύρι, ν' αγροικήσεις τι θα λαλούν εκείνοι που θα περνούν από πάνω.
Ο υπηρέτης επήγε, ενέβην κι έκατσε κάτω από το γιοφύρι. Περνούσαν τα πλάσματα ένας - ένας κι έλεγαν:
- Έκαμε πολλά καλά τούτος ο άνθρωπος, μα τούτο το γιοφύρι είναι το καλύτερο πράγμα που μας έκαμε. Περνάς χαρά σου, μήτε να φοβηθείς τον ποταμό, μήτε τίποτε. Ο Θεός να του χαρίνει τη γυναίκα του και να του χαρίσει κι ένα παιδί.
Μια φορά και έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα ζούσε ένας σοφός βασιλιάς. Όλοι οι κάτοικοι τον αγαπούσαν πολύ γιατί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του η χώρα τους αναπτύχθηκε, οι άνεργοι βρήκαν δουλειές και όλοι ζούσαν χαρούμενοι και αγαπημένοι.
Όμως τα χρόνια περνούν γρήγορα και ο σοφός βασιλιάς γέρασε. Κάποια μέρα διαισθάνθηκε ότι το τέλος του πλησιάζει οπότε κάλεσε τους πιστούς αυλικούς του και τους κοινοποίησε τις τρεις τελευταίες επιθυμίες του.
Αυτές ήταν:
Ένας από τους αυλικούς, έκπληκτος από τις ασυνήθιστες επιθυμίες, ρώτησε το βασιλιά ποιοι ήταν οι λόγοι και εκείνος του εξήγησε:
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...