Πόσο εύκολη είναι η αντιμετώπιση του πόνου όταν τα φάρμακα δεν είναι αρκετά; Σύμφωνα με βιβλίο που κυκλοφορεί στο εξωτερικό και έχει θέμα τον χρόνιο πόνο και τη φλεγμονή, παράγοντες όπως η άσκηση, η διατροφή, ο καλός ύπνος και η εσωτερική ηρεμία παίζουν τεράστιο ρόλο στην ανάρρωση και την αντιμετώπιση του πόνου, αρκεί βεβαίως να υπάρχει και ένας γιατρός με τον οποίο ο ασθενής να μπορεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά.

Το βιβλίο λέγεται «Secrets to a Pain Free Life» («Μυστικά για μια ζωή χωρίς πόνο») και έχει γραφτεί από τον δρ Reza Ghorbani από την Ουάσινγκτον, ο οποίος ειδικεύεται σε θέματα χρόνιου πόνου και φλεγμονής.
Όπως εξηγεί, υπάρχουν πολλές θεραπείες που παρέχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα όταν χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά με εκείνες της κλασικής ιατρικής και ενισχύουν σημαντικά τον οργανισμό όταν οι συνήθεις μέθοδοι δεν είναι αρκετές.
Επίσης, ο δρ Ghorbani τονίζει ότι η ανάρρωση και η πλήρης αποκατάσταση εξαρτάται από το σύνολο των συνηθειών που έχει κανείς στην καθημερινότητά του και όχι μόνο από το αν παίρνει τα φάρμακά του ή αν χρησιμοποιεί βότανα, βελονισμό κτλ.
Μακροπρόθεσμα οφέλη φαίνεται πως έχει η συχνή ομιλία των γονιών στα παιδιά τους όπως επίσης και η σύντομη αλλά συχνή ανάγνωση παραμυθιών, υποστηρίζουν αμερικανοί επιστήμονες.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, στην Καλιφόρνια, αναφέρουν ότι, πέραν της συχνής ομιλίας, η 10λεπτη ανάγνωση μιας ιστοριούλας πριν από τον ύπνο, θα μπορούσε να ενισχύσει τις μαθησιακές ικανότητες των παιδιών, οδηγώντας σε καλύτερους βαθμούς στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο και μακροπρόθεσμα σε μια καλή θέση εργασίας και σε έναν ευτυχισμένο γάμο.
Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η παρακολούθηση τηλεόρασης δεν προσφέρει κάτι στα μικρά παιδιά, ως προς την καλλιέργεια και την κατανόηση της γλώσσας. Αντίθετα, τα βιβλία χάρη στην πλούσια γλώσσα που περιέχουν φαίνεται να εξάπτουν την φαντασία των παιδιών, ενώ παράλληλα ενεργοποιούν τη μνήμη τους με τρόπο ώστε να είναι σε θέση να ακολουθούν την πλοκή της ιστορίας.
«Η επίδραση της ομιλίας στα μικρά παιδιά είναι τόσο σημαντική που θα πρέπει να θεωρείται ισάξια με εκείνη της διατροφής» αναφέρει χαρακτηριστικά η ψυχολόγος δρ Αν Φέρναλντ.
«Οι γονείς που επιθυμούν λοιπόν το παιδί τους να πάει καλά στο σχολείο, καλά θα κάνουν να του μιλάνε πολύ όταν είναι μικρό. Η ευθύνη μας απέναντι στο παιδί μας είναι να το ταΐζουμε και να φροντίζουμε να είναι καθαρό και ασφαλές. Νομίζω ότι πλέον υπάρχουν αρκετές επιστημονικές αποδείξεις που υποδεικνύουν ότι στη λίστα θα πρέπει να προστεθεί ακόμα κάτι: η εκμάθηση από τη βρεφική ηλικία. Πολύ προτού το παιδί αρχίσει να μιλάει, "ρουφάει" πληροφορίες σχετικές με τη γλώσσα» τονίζει η ειδικός.
Μήπως στο σπίτι η κατάσταση είναι λίγο.. εκρηκτική με τα παιδιά; Και όμως, υπάρχουν καλύτεροι και πιο ήπιοι τρόποι για να πείσετε τα παιδιά να κάνουν το σωστό και όχι το... δικό τους!

«Οι περισσότεροι καβγάδες με τα μικρά μου γίνονται το πρωί πριν πάνε στο σχολείο. Στα παιδιά δεν αρέσει καθόλου αυτό. Παλιότερα το ρόλο του 'κακού' τον είχα αφήσει στον μπαμπά τους, αλλά ούτε έτσι λύθηκε το πρόβλημα. Όσο για το αντικείμενο των καβγάδων... συνήθως αφορά τα σχολικά τους καθήκοντα. Τη μια ξεχνάνε να πάρουν μαζί τους το τετράδιο αριθμητικής, την άλλη τα σύνεργα για το μάθημα της ζωγραφικής. Και φυσικά, με όλη αυτή την κατάσταση που δημιουργείται το πρωί, φτάνουν με καθυστέρηση στο σχολείο τους. Γι' αυτό και πλέον δεν τα μαλώνω το πρωί αλλά το απόγευμα», Ελένη, μητέρα του Άγγελου 5 ετών και της Ναταλίας 7 ετών.
Σύμφωνα με τις στατιστικές, 5 στους 6 γονείς μαλώνουν με τα παιδιά τις ημέρες που εκείνα έχουν σχολείο, το πρωί γύρω στις 7.30 με 8.30. Τόπος διεξαγωγής του καβγά; Συνήθως η κουζίνα. Όσο για τους λόγους, οι περισσότεροι γονείς μαλώνουν τα παιδιά τους όταν φτάνουν στα όριά τους, όταν δεν ξέρουν με ποιον άλλον τρόπο να τα συνετίσουν, όταν ανησυχούν πολύ για εκείνα, όταν είναι κουρασμένοι και έχουν νεύρα. Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, το μάλωμα δείχνει ότι οι γονείς δεν είναι σίγουροι ότι ανταποκρίνονται σωστά στο ρόλο τους και αποκαλύπτει μια αίσθηση αδυναμίας και φόβου ότι θα χάσουν τον έλεγχο των μικρών τους.
Σε μερικούς ανθρώπους δεν υπάρχει διαφορά είτε βλέπουν ένα πίνακα του Βαν Γκογκ, είτε ακούνε Μπαχ, είτε κοιτάζουν το Πυθαγόρειο Θεώρημα.
Τα μαθηματικά μπορούν να γοητεύσουν κάποιον -κατά προτίμηση έναν μαθηματικό που τα καταλαβαίνει!- τόσο πολύ που να διεγερθούν οι ίδιες περιοχές του εγκεφάλου του, οι οποίες ενεργοποιούνται και στη θέα ή την ακρόαση ενός μεγάλου έργου τέχνης.
Αυτό διαπίστωσε μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα, σύμφωνα με την οποία όσοι θεωρούν πραγματικά όμορφες τις εξισώσεις, τις βλέπουν σαν αυθεντικά έργα τέχνης. Η νέα μελέτη ενισχύει τη θεωρία ότι υπάρχει μια ενιαία νευροβιολογική βάση για την ομορφιά και την αισθητική αντίληψη του ωραίου.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Σεμίρ Ζέκι του Εργαστηρίου Νευροβιολογίας Wellcome του University College του Λονδίνου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Frontiers in Human Neuroscience» (Σύνορα στην Ανθρώπινη Νευροεπιστήμη), σύμφωνα με το BBC, χρησιμοποίησαν την τεχνική της λειτουργικής μαγνητικής απεικόνισης (fMRI) για να μελετήσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα 15 εθελοντών μαθηματικών, την ώρα που αυτοί καλούνταν να δουν 60 μαθηματικές εξισώσεις και να τις αξιολογήσουν ως όμορφες, άσχημες ή ουδέτερες.
Η μελέτη έδειξε ότι η εμπειρία του «μαθηματικά ωραίου» καταγράφεται στην ίδια συναισθηματική περιοχή του εγκεφάλου (στον μέσο κογχομετωπιαίο φλοιό), όπου αποτυπώνεται και γίνεται η επεξεργασία του «ωραίου» στην μουσική ή τη ζωγραφική.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...