Γιατί φέτος δεν πετούν Χαρταετοί;

Υπαίθριος πωλητής χαρταετών σε άδεια διασταύρωση υπό συννεφιασμένο ουρανό

Σήμερα το πρωί, η πρώτη μου κίνηση ήταν σχεδόν αντανακλαστική. Πριν καν φτιάξω καφέ, πήγα στο παράθυρο και το άνοιξα με μια αγωνία που κρατάει από τα παιδικά μου χρόνια. Ήθελα να δω τον ουρανό του Ηρακλείου γεμάτο «αστέρια» — έτσι λέγαμε εμείς μικροί τους χαρταετούς. Περίμενα να δω εκείνο το πολύχρωμο πανηγύρι να παλεύει με τον άνεμο, δίνοντας ζωή στο γκρίζο του συννεφιασμένου ουρανού.

Όμως, ο ουρανός ήταν άδειος. Μια απέραντη, βουβή έκταση.

Στο νου μου ήρθαν αμέσως τα χρόνια που το σήκωμα του χαρταετού δεν ήταν απλώς μια έξοδος, αλλά μια ιεροτελεστία. Θυμήθηκα τον πατέρα μου να με βοηθά στο κόψιμο των καλαμιών —εκείνη τη στιγμή που η εμπειρία του μεγάλου έδινε τη βάση και τη σταθερότητα— και μετά τη δική μου σειρά. Εγώ αναλάμβανα το δέσιμο, τα ζύγια, την κατασκευή του δικού μου «αστεριού». Με καλό ή με κακό καιρό, εμείς θα ήμασταν εκεί. Αν ο άνεμος ήταν δυνατός, παλεύαμε. Αν είχε κρύο, σφίγγαμε τα δόντια. Γιατί ο χαρταετός που έφτιαχνες με τα χέρια σου, είχε μια ψυχή που δεν την άφηνες εύκολα να μείνει στο έδαφος.

Κομμάτι puzle

Μη θέλοντας να πιστέψω την εικόνα του άδειου ορίζοντα, πήρα το αυτοκίνητο. Έκανα μια βόλτα στις πλατείες, στα πάρκα, στις αλάνες που άλλοτε έσφυζαν από ζωή. Τίποτα. Τα παιδιά σήμερα ήταν αλλού. Ίσως σε κάποια ψηφιακή οθόνη, ίσως κλεισμένα στην ασφάλεια της θαλπωρής, μακριά από την «ταλαιπωρία» του αέρα και της συννεφιάς.

Στα σταυροδρόμια, οι υπαίθριοι πωλητές στέκονταν σαν αγάλματα. Κρατούσαν τους έτοιμους χαρταετούς τους και κοίταζαν το δρόμο με απορία. Περίμεναν τα παιδιά, αλλά τα παιδιά δεν ήρθαν.

Γιατί άραγε; Έφταιγε το κρύο; Ή μήπως φταίει που χάσαμε τη χαρά της δημιουργίας; Όταν ο χαρταετός δεν ξεκινάει από ένα καλάμι στο σπίτι, αλλά από έναν πάγκο στο δρόμο, ίσως είναι πιο εύκολο να τον εγκαταλείψεις όταν ο καιρός δεν είναι τέλειος.

Σήμερα, ο ουρανός του Ηρακλείου έμεινε ορφανός. Και μαζί του, ένιωσα πως κάπου εκεί ψηλά, ανάμεσα στα σύννεφα και τους ανέμους, χάθηκε και ένα κομμάτι από εκείνη την παλιά, επίμονη μαγεία που μας έμαθε να κοιτάμε πάντα ψηλά, όσο κι αν φυσάει.