Γλωσσοδέτες

Πόσα όμορφα χρόνια, πόσες αναμνήσεις έρχονται στο νου διαβάζοντας την παρακάτω συλλογή από γλωσσοδέτες...

glossodetes

Φτου σκωληκομερμυγκότρυπα.

Ο παπάς ο παχύς έφαγε πολλή φακή. Γιατί, παπά παχύ, έφαγες παχιά φακή;

Μια πάπια, μα ποια πάπια; Μια πάπια, μα ποια παπιά; Μια πάπια με παπιά...

Ανέβηκα στην τζιτζιριά, στη μιτζιριά, στην τζιτζιμιτζιχοτζιριά, να κόψω τζίτζιρα, μίτζιρα, τζιτζιμιτζιχότζιρα, και έσπασε η τζιτζιριά, η μιτζιριά, η τζιτζιμιτζιχοτζιριά...
Ανέβηκα στην τζιτζιριά, στη μιτζιριά, στην τζιτζιμιτζιχοτζιριά, να φάω τα τζίτζιρα, τα μίτζιρα,τα τζιτζιμιτζιχότζιρα. Και με βρήκε ο τζίτζιρας, ο μίτζιρας, ο τζιτζιμιτζιχότζιρας και μου 'φαγε τα τζίτζιρα, τα μίτζιρα, τα τζιτζιμιτζιχότζιρα...

Άσπρη πέτρα ξέξασπρη και από τον ήλιο ξεξασπρότερη, κάνει παιδάκια ξέξασπρα κι από τον ήλιο ξεξασπρότερα...

Σκουληκομερμηγκότρυπα με τα σκουληκομερμηγκόπουλά σου, βάλε τις μπάρες, τις αμπάρες, τις κλειδαροαμπαραμπάρες, γιατί έρχεται ο κότσυφας, ο μότσυφας με τα κοτσυφομοτσυφοπαιδόπουλά του να σου φάει τα σκουλήκια…

Ο Ρουμπής, ο Κουμπής, ο Ρουμποκομπολογής πήγε να ρουμπέψει, να κουμπέψει, να ρουμποκομπολογέψει και στο δρόμο τονε βρήκαν οι Ρουμπήδες, οι Κουμπήδες, οι Ρουμποκομπολογήδες και του πήραν τα ρουμπιά του, τα κουμπιά του, τα ρουμποκομπολογά του...

Της καρέκλας το ποδάρι ξεκαρεκλοποδαριάστηκε.

Νίψον ανονήματα μη μόναν όψιν.

Έφαγα και χόρτασα, ζεστά ξερά σκαστά κουκιά, με τη ζεστή ξερή σκαστή κουτάλα.

Τι ωραίος αραιός αέρας! Φύσα, αέρα αραιέ, να αερίζεις τις ροδιές στις μυρωμένες ρεματιές.

Ο βαρκάρης με τη βάρκα έκανε βαρκάδα με μια βάρκα, αλλά έμπασε νερό η βάρκα και του βράχηκε η βράκα. Με τη βάρκα του βρεγμένη και τη βράκα μουσκεμένη ορκίστηκε να μην ξαναβαρκοβραχεί ούτε να ξαναβρακομουσκευτεί.

Η καρέκλα του μανάβη ξεκαρεκλοποδαριάστηκε.

Πέφτην έκοψαν τον πεύκο. Πέφτην πέφτει ο πεύκος κάτω.

Καλημέρα καμηλάρη, καμηλάρη καλημέρα.

Κουκιά βραστά, σκαστά, σπαστά με τη βραστή, σκαστή, σπαστή κουτάλα.

Φίδι ξεπουκάμισο, φίδι ξεπουκαμισμένο.

Μια κρανιά κρανόβεργα, κρανολαμπαδόβεργα, κρανίζει δεν κρανίζει, κρανολαμπαδοβεργίζει.

Τρεις έντεκα, τρεις δώδεκα, τρεις δεκαπέντε κι έντεκα κι εφτά κι οχτώ και δεκαοχτώ και πέντε κι έξι και μισό κι ένα και δύο κι ενάμισι και πε μου πόσα κάνουσι.

Άσπρη πέτρα ξεξασπρη στον ήλιο ξεξασπρόττερη, όποιος την πει καλλύτερα τζιείνος εν ο καθαρόγλωσσος.

Της αλεπούς ο νούρλαρος πως δεν εξεκαυκαλοξεκουμποθηλυκαθρώθη; Τουτη η στράτα κι΄ άλλη μία, όλο μουλαραχναριά. Της αλεπούς η ουρά εφτά φορές εξεφηκαροκομπομανικοθηλυκώθηκε.

Είχαμε μια συκιά ορτή, και βερικοκυκλωτή, κι έκανε σύκα ορτά, και βερικοκυκλωτά, και πάει ο σκύλο ο ορτός, ο βερικοκυκλωτός, να φάει τα σύκα τα ορτά, τα βερικοκυκλωτά. Πάω να βρω μια βέργα ορτή, και βερικοκυκλωτή, να δείρω το σκύλο τον ορτό, το βερικοκυκλωτό, μη φάει τα σύκα τα ορτά, τα βερικοκυκλωτά.

Οι σπανοί Ισπανοί, εις πανί ισπανικό, εις πανικό ισπανικό εζωγράφουν.

Ανέβηκα στη μιτσιριά, στη τσιτσιριά, στη τσιτσιχομιτσιριά, να κόψω μίτσιρα, τσίτσιρα τσιτσιχομιτσιχότσιρα και έσπασε η μιτσιριά, η τσιτσιριά, η τσιτσιχομιτσιριά και μου έπεσαν τα τσίτσιρα, τα μίτσιρα, τα τσιτσιχομιτσιχότσιρα.

 Φίλος έδωσε σε φίλο τριαντάφυλλο με φίλο. Φίλε φύλαγε το φύλλο, μην το δώσεις σε άλλο φίλο.

ΠΗΓΗ: paramithakia.gr